Η περίπτωση των αγριοαχλαδιών


Όταν πια θεσπίστηκε σαν μέρα πανηγυριού της μικρής εκκλησιάς του Βρυσιού, που ανήκε στην ενορία του Ταραμπάδου, η γιορτή της Κοίμησης της Παναγίας (15αύγουστος), το πανηγύρι πήρε τη συνηθισμένη μορφή που είχαν τέτοια παρόμοια τηνιακά πανηγύρια. Από νωρίς της παραμονής, συγκεντρώνονταν ο κόσμος κι οι ευλαβείς από τα κοντινά χωριά, φρόντιζαν να βρούν ένα μέρος για να κοιμηθούν το βράδυ και μετά όλοι μαζί έψελναν τον εσπερινό. Ακολουθούσε ένα φτωχικό δείπνο, συνήθως κάτω από τον αστροσπαρμένο αυγουστιάτικο ουρανό, που μερικές φορές κατέληγε σε μικρή διασκέδαση εναρμονισμένη απόλυτα με το χώρο στον οποίο βρίσκονταν. Τα φαγητά, οι μεζέδες ήταν, ακόμα νηστήσιμοι αλλά μπορούσαν και συνόδευαν το αγνό χωριάτικο κρασί. Κανένας οργανοπαίχτης έφερνε μαζί του τη «σαμπούνα» ή κανένα σπάνιο βιολί ή κανένα παραπλήσιο νησιώτικο μουσικό όργανο που θα συνόδευε τα νησιώτικα τραγούδια και κανένα «αμανέ» της στιγμής. Το καθεαυτού γλέντι, βέβαια, φυλάγονταν για την άλλη μέρα, μετά το μεσημεριανό γεύμα, κάτω απ’ τα δέντρα της περιοχής.

Μια χρονιά, λοιπόν, σε μια στιγμή μετά το δείπνο κι ενώ ένας γέρος μουσικός έπαιζε με τη σαμπούνα του κάποιο νησιώτικο σκοπό, το λαϊκό όργανο έβγαζε ανθρώπινη φωνή κι έλεγε:
«Παλλληκαράκια και κοπελούδια,
χορεύετε ώσπου νάρθει η φρεγάδα.
Κι όταν έρθει η φρεγάδα,
στην παραλία θα παρθείτε
και στ’ αμπάρι θα ριχτείτε!»

Τρόμαξαν όσοι τ’ άκουσαν, πετάχτηκαν επάνω και ρώτησαν το γέρο οργανοπαίχτη τι κακόγουστο αστείο ήταν αυτό που έκανε. Ο καημένος ο γέρος δικαιολογήθηκε λέγοντας πως δεν είναι ο ίδιος που μιλά, αλλά κάποια άλλη φωνή, όχι δική του. Και έδωσε τη σαμπούνα του σε κάποιο διπλανό του να δοκιμάσει να παίξει και κείνος. Αλλ’ απ’ τη σαμπούνα έβγαινε το ίδιο αποτρόπαιο μήνυμα. Δοκίμασαν πολλοί, ακόμα κι ο γέρο-παπάς του Ταραμπάδου, που βρίσκονταν εκεί. Τίποτα όμως δεν άλλαζε απ’ τις λέξεις εκείνες που είχαν λεχθεί στην αρχή.

Μ’ όση δύναμη είχαν τα μάτια τους, προσπάθησαν να ανιχνεύσουν το στενό Τήνου- Σύρας, έχοντας για μοναδική βοήθεια τ’ άστρα και το λειψό φεγγάρι. Εκεί, πλέοντας για τον όρμο του Αγ. Ρωμανού διάκριναν την πειρατική αλγερινή φρεγάδα που πλησίαζε στην αμμουδιά. Οι πειρατίες, ήταν τότε ένα φαινόμενο συνηθισμένο: έφταναν οι πειρατές, έκλεβαν και λήστευαν ό,τι μπορούσαν, σκότωναν καμιά φορά, έβαζαν φωτιές κι έπαιρναν μαζί τους, για αγύριστο ταξίδι συνήθως, όποιον τους έκανε, άνδρα ή γυναίκα. Μονάχα κανένας πλούσιος, πληρώντας μεγάλα λύτρα, μπορούσε να πάρει κάποιο δικό του πρόσωπο που απήγαγαν οι πειρατές. Οι άλλοι έπρεπε να θεωρούν τον εαυτό τους χαμένο. Μονάχα ένα θαύμα θα μπορούσε να τους ξανάφερνε πίσω στην πατρίδα. Φαίνεται πως οι φωτιές που άναβαν τότε, σε κανένα ξέφωτο, για τη γιορτή, όπως και σήμερα, οδήγησαν τους πειρατές στη λεία τους. Σε τέτοιες περιστάσεις μονάχα η φυγή αποτελούσε το μοναδικό μέσο σωτηρίας. Οι άμοιροι προσκυνητές είχαν παγιδευτεί μακριά απ’ το χωριό τους, μέσα στη νύχτα, χωρίς κανένα μέσο άμυνας.

Δεν γνωρίζουμε ούτε μπορούμε να προσδιορίσουμε την εποχή που συνέβηκε αυτό το γεγονός, αλλά όποτε κι αν συνέβηκε, η άμυνα εναντίον των πειρατών ήταν δύσκολη, γιατί οι πειρατές βασίζονταν στον παράγοντα του αιφνιδιασμού. Κι έτσι οι νησιώτες πολύ λίγες φορές μπόρεσαν να βγουν νικητές απ’ τις συχνές αναμετρήσεις με τους πειρατές. Αν η περίοδος στην οποία αναφέρεται το γεγονός αυτό είναι η μετά το 1715 (χρονολογία που οι τούρκοι κυρίεψαν την Τήνο), τότε, ακόμα λιγότερο, δεν υπήρχε κανένας τρόπος άμυνας, παρά μονάχα η ομαδική αντίσταση. Αλλά κι αυτή ήταν αδύνατη, αν η επίθεση γίνονταν αιφνιδιαστικά. Στα χρόνια της βενετοκρατίας, κάποια αντίσταση ήταν δυνατή, αφού υπήρχε ένα μικρό στρατιωτικό σώμα, όχι μονάχα μέσα στο Κάστρο, αλλά και σε κάθε χωριό, εφεδρικά.

Η φυγή, για τους προσκυνητές του Βρυσιού, ήταν σχεδόν αδύνατη, αν λάβουμε υπόψη μας πως θα γίνονταν μέσα στη νύχτα, σ’ άγνωστο ερημότοπο για πολλούς, μαζί με γυναίκες και παιδιά, που θα μεγάλωναν τον πανικό. Η πίστη τους,
τότε τους έδωσε τη λύση. Αποφάσισαν να κλειστούν μέσα στην εκκλησούλα της Παναγιάς και να περιμένουν μονάχα από Εκείνη τη σωτηρία τους. Έμειναν μερικοί άνδρες απ’ έξω για να παρακολουθούν, ενώ όλοι οι άλλοι κλείστηκαν μέσα στην εκκλησούλα κι άρχισαν να απαγγέλουν το Ροδάριο, μέσα στην ελπίδα και στο φόβο.
Οι πειρατές αποβιβάστηκαν κι άρχισαν ν’ ανεβαίνουν, οπότε η Παναγία έκαμε το θαύμα της: ένα πυκνό δάσος από αγριοαχλαδιές, γεμάτες από μεγάλα αγκάθια, δημιούργησαν ένα απροσπέλαστο τείχος γύρω απ’ την εκκλησιά. Οι εχθροί, παρ’ όλες τις προσπάθειές τους δεν καταφέρνουν να το προσπεράσουν. η δύναμη της Παναγίας είχε μπει ανάμεσα στους άπιστους και τους πιστούς της. Οι εχθροί, μόλις άρχισε να ροδίζει η αυγή, υποχωρούν προς το πλοίο τους, με φωνές, απειλές και βλασφημίες. Οι προσκυνητές ξεσπούν σε φωνές χαράς, ενθουσιασμού κι ευχαριστίας προς το Θεό και τη Μητέρα Του, που τους έσωσε από σίγουρη σφαγή. Γρήγορα, το θαυμαστό αυτό γεγονός έγινε γνωστό σε κάθε γωνιά του νησιού κι από τότε διαδίνεται μέχρι σήμερα, από στόμα σε στόμα, για να μείνει μέσα στην καρδιά όλων, πως Εκείνη που ο Χριστός την ονόμασε Μητέρα μας, πάνω από το Σταυρό, φροντίζει με μητρική αγάπη για όλα τα παιδιά της, που προστρέχουν, με πίστη για ν’ αποκτήσουν τη σωτηρία τους.

back
home
next