Ένα απρόβλεπτο ταξίδι, μια απουσία 100 ετών κι η ένδοξη επιστροφή

Θα διηγηθούμε κι άλλη περίπτωση θαύματος, που έγινε από την Παναγία , μέσω της Εικόνας Της στο Βρυσί. Κι αυτό για ιδιαίτερο λόγο, επειδή αυτό το θαύμα έγινε αιτία να κινδυνέψει η Τήνος να χάσει τον πολύτιμο θησαυρό της.

Διηγηθήκαμε παραπάνω την περίπτωση της αετοφωλιανής που έδωσε ένα χωράφι της για να ασημωθεί η Εικόνα κι είπαμε πως η Εικόνα, γι’ αυτό το σκοπό έπρεπε να πάει στην Πόλη. Είναι πολύ πιθανό, ακόμα, τα λεφτά αυτού του τάματος να μην έφταναν και χρειάστηκε η Εικόνα να μείνει στην Πόλη μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από κείνο που είχε αρχικά προβλεφτεί. Αυτή είναι η μια πιθανή εκδοχή για το ταξίδι στην Πόλη.

Η δεύτερη εκδοχή είναι η ακόλουθη. Ζούσε γύρω στα 1840 στην Πόλη μια καθολική κυρία, λεγόμενη de Summerer. Η κυρία αυτή που υπόφερε από σοβαρή στομαχική αρρώστια κι είχε ξοδέψει μεγάλα ποσά σε γιατρούς και δεν μπορούσε να βρει την υγεία της, είχε στην υπηρεσία της κάποια κοπέλλα από την Τήνο.Αυτή η δεύτερη, βλέποντας την κυρία της να αργοπεθαίνει, αλλά θέλοντας κιόλας να βρει κάποιο τρόπο να συγκεντρωθούν χρήματα για την επαργύρωση της Εικόνας, κάποια μέρα είπε στην κυρία της: «Κυρία μου, εμείς στην Τήνο έχουμε μια θαυματουργική Εικόνα της Παναγίας. Απ’ αυτήν ζήτησε τη θεραπεία σου». Κι η κυρία αυτή φρόντισε και έφτασε στην Πόλη η Εικόνα της Παναγίας του Βρυσιού. Το πιθανότερο, όμως είναι, πως ενώ η Εικόνα βρίσκονταν στην Πολη για την επαργύρωσή της, η κ. de Summerer παρακάλεσε να την πάρει σπίτι της, με την υπόσχεση να την επαργυρώσει η ίδια εξ ολοκλήρου, αν γιατρεύονταν τελικά.

Έτσι κι έγινε, αλλά τελικά η εικόνα ξεχάστηκε εκεί. Μονάχα οι τηνιακοί, κάθε τόσο ζητούσαν την επιστροφή της πίσω. Η κυρία που γιατρεύτηκε τελικά, ασήμωσε την Εικόνα κι ύστερα έψαξε στην Πόλη και βρήκε μια άλλη παρόμοια και την έστειλε στην Τήνο, προσπαθώντας να ξεγελάσει τους δικαιούχους. Όταν το «αντίγραφο» έφτασε στην Τήνο, μερικοί δεν κατάλαβαν τη διαφορά. Άλλοι όμως κατάλαβαν αμέσως το τι είχε συμβεί. Μαρτυρείται πως ο Δον Αντώνιος Φώσκολος, που ήταν Βικάριος της επισκοπής τότε, μάλωσε τον εφημέριο του Ταραμπάδου Δον Ιωάννη Φώσκολο ή Κανιόλο, γιατί δέχτηκε το αντίγραφο κι αδράνησε μπροστά στην προσπάθεια απάτης. Τη στιγμή αυτής της επιτίμησης βρίσκονταν μπροστά κι ο Ματθαίος Α. Νεγρεπόντης απ’ την Τήνο, αλλά μετανάστης στην Πόλη, που όταν γύρισε στην Πόλη, έψαξε και βρήκε την οικογένεια de Summerer και προσπάθησε να μάθει την αλήθεια. Εκεί ο κ. Renι de Summerer τον πήρε σπίτι του και του έδειξε την αληθινή Εικόνα της Παναγίας του Βρυσιού, επαργυρωμένη κι εγκαταστημένη στο σπίτι του.

Κι άλλος ένας, ο πατέρας του μπάρμπα Μανώλη Δελλασούδα ή Ζαζά, απ’ τον Ταραμπάδο, ο μπάρμπα Νικηφόρος Δελλασούδας, ήξερε κι ομολογούσε δημόσια πως η αληθινή εικόνα δεν είχε επιστραφεί από την Πόλη, αλλά είχε σταλεί ένα αντίγραφο.

Τα πράγματα έμειναν έτσι και σιγά- σιγά ξεχνιόνταν πως η Παναγία του Βρυσιού δεν βρίσκονταν στο Βρυσί, αλλά στην Πόλη. Αυτό δεν είχε ιδιαίτερη θρησκευτική σημασία, επειδή η πίστη των πιστών δεν βασίζεται πάνω στην άψυχη Εικόνα, αλλά στο Πρόσωπο που αυτή απεικονίζει. Παρόλα ταύτα δεν ήταν σωστό να γίνει αυτή η αλλαγή.

Στο μεταξύ πέθανε ο Renι de Summerer κι η χήρα του μάζεψε ολα τα υπάρχοντά της, ανάμεσα στα οποία τύλιξε και την Εικόνα της Παναγίας του Βρυσιού κι ετοιμάζονταν ν’ αναχωρήσει για τη Ρουμανία. Οι τηνιακοί όμως της Πόλης, και τότε ήταν πολλοί, μ’ επικεφαλής τον κ. Ματθαίο Νεγρεπόντη άρχισαν τις ενέργειες για να επιστραφεί η Εικόνα εκεί που δικαιωματικά ανήκε. Οι ενέργειές τους όμως δεν συναντούσαν παρά ένα στερεότυπο «όχι» από την κυρία που την κατείχε. Στο μεταξύ πέθανε η κ. de Summerer, σύζυγος του Renι και την εικόνα την κληρονόμησε στην αδελφή του κ. Maria Milazzo - de Summerer, που είχε εγκατασταθεί, στο μεταξύ σε ιδιόκτητη βίλλα (ο άντρας της ήταν ιταλός διπλωμάτης), κοντά στην πόλη Κατάνη της Σικελίας.

Αυτό, το τελευταίο γεγονός, ίσως να στάθηκε αιτία να γυρίσει η Εικόνα στο νησί. Ο κ. de Summerer πριν πεθάνει, εξομολογήθηκε σ’ ένα φραγκισκανό πατέρα της εκκλησίας του Αγ. Αντωνίου στην Πόλη, λέγοντάς του τι ακριβώς συνέβαινε. Ζητούσε ακόμα απ’ αυτόν τον πατέρα να φροντίσει για την ενδεχόμενη επιστροφή. Οι καθολικοί τηνιακοί της Πόλης, όταν έμαθαν τι συνέβαινε ενήργησαν και πάλι, μ’ επικεφαλής τον Αποστολικό Βικάριο της Πόλης, τον Δον Ρόκκο Κολλάρο, επίσης Τηνιακό. ύστερα από αλλεπάλληλες αρνήσεις και κάθε είδους δυσκολία, ο Δ. Ρ. Κολλάρος πληροφορούσε τον αρχιεπίσκοπο Νάξου- Τήνου Αλέξανδρο Γουϊδάτο και τον τηνιακό αρχιεπίσκοπο της Αθήνας Ι. Φιλιππούση, πως η Εικόνα βρίσκονταν στην κατοχή του και να φρόντιζαν για την επιστροφή της στην Ελλάδα, με πολύ μεγάλη φρόνηση, ώστε να μην αντιληφθεί τίποτε η Αρχαιολογική Υπηρεσία της Τουρκίας που με κανένα τρόπο δεν θα επέτρεπε μια τέτοια εξαγωγή (επιστ. 3 Σεπτέμβρη 1936). Αλλά κι αυτό το πρόβλημα λύθηκε, όταν η ιταλική πρεσβεία το μετέφερε στο διπλωματικό σάκκο στην Αθήνα και παραδόθηκε στον Αρχιεπίσκοπο Ι. Φιλιππούση, που την εγκατάστησε, προσωρινά, στο προσωπικό του παρεκκλήσι. Εκεί την είδαν αρκετοί τηνιακοί, ανάμεσα στους οποίους ο κ. Ματθ. Βίλλας και οι δυο επιστήμονες που αναφέραμε σε προηγούμενο κεφάλαιο, κκ Binon κι Ευγ. Δαλέζιος. Εν τω μεταξύ είχε ριχθεί η ιδέα για μια επίσημη επιστροφή της Εικόνας στην Τήνο, με συμμετοχή ολόκληρης της Καθολικής Ιεραρχίας της Ελλάδας και του Αποστολικού Δελεγάτου στην Ελλάδα Σεβ. Άγγελου Roncalli (του μετέπειτα Πάπα Ιωάννη 23ου).

Πρέπει να πούμε πως με την ευκαιρία αυτή, της μετακομιδής της Εικόνας από την Πόλη στην Τήνο, ανταλλάχτηκε μια σημαντική αλληλογραφία ανάμεσα στους αρχιεπισκόπους Νάξου-Τήνου και Αθήνας, Σεβ.τατων Αλέξανδρου και Ιωάννη με αρκετά πρόσωπα της οικογένειας de Summerer, του Δον Ρόκκου Κολλάρου κι άλλων, με την οποία προσπάθησαν να συγκεντρώσουν όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες για την ιστορία της Εικόνας και της διαμονής της στην Πόλη. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της αλληλογραφίας διασώθηκε στο Αρχιεπισκοπικό Αρχείο της Τήνου, αλλά δεν αξίζει, πιστεύουμε τον κόπο να δημοσιέψουμε όλες τις λεπτομέρειες, γιατί δεν προσθέτουν τίποτε το ουσιαστικό στην υπόθεσή μας.

Στο μεταξύ συνεννοήθηκαν οι αρχιεπίσκοποι της Τήνου και της Αθήνας σχετικά με το πρόγραμμα των εορτών που θα γίνονταν με την ευκαιρία της επιστροφής της Εικόνας στο Βρυσί. Ο αρχιεπίσκοπος Αλ. Γουιδάτος, με γράμμα του της 9 Ιουνίου 1937 (αρ. πρ. 42/937) κάλεσε να παραβρεθούν στις γιορτές ο επίσκοπος Κέρκυρας Σεβ. Λεονάρδος Πρίντεζης (που τελικά αρνήθηκε την πρόσκληση για προσωπικούς λόγους), ο τηνιακός αρχιεπίσκοπος της Αθήνας Σεβ. Ι. Φιλιππούσης, ο τηνιακός επίσκοπος Χίου Σεβ. Νικόλαος Χαρικιόπουλος, ο τηνιακός επίσκοπος Σαντορίνης Σεβ. Τιμόθεος Ρεμούνδος, ο νέος επίσκοπος Σύρας Γρηγόριος Βουτσίνος, ο έξαρχος των Ελληνορύθμων Σεβ. Γεώργιος Χαλαβατζής, ο έξαρχος των αρμενορρύθμων π. Κύριλλο από το Ερζερούμ, ο Αποστολικός Δελεγάτος στην Τουρκία και την Ελλάδα Σεβ. Άγγελος Roncalli κι ο Αποστολικός Διαχειριστής της Επισκοπής Κρήτης π. Ισίδωρος Taylor. Καλέστηκαν ακόμα να παραστούν κι όλοι εκείνοι που με κάποιο τρόπο είχαν φροντίσει για την επιστροφή της Εικόνας, ιδιαίτερα εκείνοι που βρίσκονταν στην Πόλη.

Από τις απαντήσεις που έλαβε ο Σεβ. Γουϊδάτος, είναι αξιοσημείωτες εκείνες του Σεβ. Ν. Χαρικιόπουλου (που θα έρθει στην Τήνο μ’ αυτή την ευκαιρία, αλλά όχι στο Βρυσί γιατί η αρθρίτιδα τον εμποδίζει να κάμει περισσότερο από 20 βήματα με τα πόδια), του έξαρχου των Αρμενίων (που δυσκολεύεται να απαντήσει θετικά επειδή οι ελληνικές αρχές του δίνουν άδεια παραμονής στην Ελλάδα μονάχα για ένα μήνα και που την ανανεώνουν, μετά από φοβερές δυσκολίες κάθε μήνα, «σαν να ήμουν», σημειώνει, «ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος για το ελληνικό κράτος») κι η αρνητική απάντηση του Σεβ. Λ. Πρίντεζη, (που εξηγεί τους λόγους που τον κάνουν να μην αποδεχτεί την πρόσκληση).

Στην Αθήνα ετοιμάστηκε μεγάλος αριθμός τηνιακών για να συνοδέψουν την Εικόνα στο ταξίδι επιστροφής, όχι μονάχα εξωτερικά αλλά και πνευματικά: με τριήμερα, εξομολογήσεις και Κοινωνία. η ανάλογη προετοιμασία γίνονταν και στην Τήνο, ύστερα από μια εγκύκλιο του αρχιεπισκόπου Γουιδάτου (8 δακτυλογραφημένες σελίδες!) της 12ης Ιουλίου 1937. Η εγκύκλιος πρόβλεπε και την προετοιμασία, αλλά έκανε μαζί γνωστό το πρόγραμμα των γιορταστικών εκδηλώσεων. Πιο συγκεκριμένα τα 18 σημεία της εγκυκλίου, σε περίληψη είναι τα παρακάτω:

Αφού στο σημ. 1, υπογραμμίζεται η προαιώνια αγάπη των τηνιακών προς την Παναγία, εξηγείται στη συνέχεια η πατροπαράδοτη γενική ευλάβεια προς την Παναγία του Βρυσιού (Σημ. 2) που δημιούργησε δυο πανηγύρια μέσα στο χρόνο, την 1η Κυριακή του Μάη και τον 15αύγουστο (σ. 3). Εξιστορείται στη συνέχεια η περιπέτεια της Εικόνας στην Πόλη κι η επιστροφή της (σημ. 4-5) κι η απόφαση να γιορταστεί επίσημα η επάνοδος (σημ. 6), με τη συμμετοχή των επισκόπων και του Αποστολικού Δελεγάτου (σημ. 7-8). Προσκαλεί όλους τους πιστούς να συμμετάσχουν πριν απ’ όλα πνευματικά στις εκδηλώσεις (σημ. 9) που θα είναι οι εξής (σημ. 10-18): σ’ όλα τα χωριά να γίνουν τριήμερα προετοιμασίας με ομιλίες των εφημερίων, συμμετοχή στα Μυστήρια Μετάνοιας κι Ευχαριστίας, συνάθροιση όσο το δυνατόν περισσότερων πιστών στην Ξυνάρα την 1η Αυγούστου για την υποδοχή της Εικόνας και των Αρχιερέων, λιτανεία μέχρι τον Μητροπολιτικό Ναό όπου θα γίνει αρχιερατική Θ. Λειτουργία από τον Αποστολικό Δελεγάτο (ημέρα Κυριακή), το απόγευμα αρχιερατικός εσπερινός με ομιλία κι Ευχή. Την άλλη μέρα, 2 Αυγούστου θ’ αρχίσει από την Ξυνάρα μέχρι το Βρυσί λιτανεία της Εικόνας, μ’ όλους τους επισκόπους επικεφαλείς. Στο Βρυσί θ’ ακολουθούσε αρχιερατική Θ. Λειτουργία, θα γίνονταν τα εγκαίνια του ναΐσκου της εύρεσης και θα στέλνονταν τηλεγράφημα στον Πάπα σ’ ένδειξη συμπαράστασης κι αγάπης. Ιδιαίτερη φροντίδα, τέλος καλούνταν να δείξουν οι εφημέριοι, ιδιαίτερα με τη πνευματική προετοιμασία των παιδιών της Ευχαριστιακής Σταυροφορίας.

Πράγματι, η επάνοδος της Εικόνας της Παναγίας έγινε με τρόπο μεγαλειώδη. Όλα έγιναν σύμφωνα με το προκαθορισμένο πρόγραμμα. Μόνο ένα πράγμα δεν εκπληρώθηκε: η παρουσία του Αποστολικού Δελεγάτου είχε ματαιωθεί. Δεν ξέρουμε για ποια αιτία. Το «Ημερολόγιό» του, θα πρέπει να αναφέρει την αιτία που τον ανάγκασε να μην τηρήσει την υπόσχεση που είχε δώσει γραπτώς.

Στις 5 το πρωί, με το ατμόπλοιο «Έλση» έφτασε η Εικόνα της Παναγίας στο λιμάνι της Τήνου, μαζί με τους επισκόπους, ιερείς και πιστούς που την συνόδευαν. Μετά 2ωρη στάση στον ενοριακό ναό του Αγ. Νικολάου της Χώρας, η Εικόνα μεταφέρθηκε στην Ξυνάρα με λιτανεία που την απάρτιζαν Καθολικοί απ’ όλα τα χωριά της Τήνου. Στην Ξυνάρα υποδέχτηκαν την Εικόνα ο αρχιεπίσκοπος Νάξου-Τήνου Αλέξανδρος Γουιδάτος κι ο επίσκοπος των Ελληνορρύθμων Γεώργιος Χαλαβατζής, με πλήθος πιστών απ’ όλη την Τήνο και 300 Σταυροφόροι μ’ επικεφαλής τον π. Σεβ. Ρηγούτσο. Ακολούθησε επίσημη αρχιερατική Θ. Λειτουργία από τον αρχιεπίσκοπο Γουιδάτο ενώ συγχοροστατούσαν όλοι οι άλλοι αρχιερείς. Οι Μαριανοί αδελφοί έψελναν διάφορα χοροδιακά θρησκευτικά άσματα, ενώ οι πρόσκοποι μ’ επικεφαλής τον Βικ. Μαρινάρο τηρούσαν την τάξη. Το απόγευμα τελέστηκε επίσημος αρχιερατικός εσπερινός από τον επίσκοπο Χίου Νικόλαο Χαρικιόπουλο, ενώ τον πανηγυρικό λόγο κήρυξε ο αρχιεπίσκοπος Αθήνας Ι. Φιλιππούσης.

Την άλλη μέρα, με λιτανεία από την Ξυνάρα, μεγάλο πλήθος πιστών συνόδεψε την Παναγία στο «σπίτι» της στο Βρυσί, όπου τέλεσε επίσημη αρχιερατική Θ. Λειτουργία ο επίσκοπος Σαντορίνης Τιμόθεος Ρεμούνδος, επειδή κατάγονταν από τον Ταραμπάδο. Τον πανηγυρικό λόγο της μέρας κήρυξε ο επίσκοπος των Ελληνορύθμων Γεώργιος Χαλαβατζής. Μεγάλος αριθμός πιστών προσήλθε στα Άχραντα Μυστήρια και τις δυο μέρες. Ακολούθησαν τα εγκαίνια του ναϋδρίου της εύρεσης, δίπλα στην Εκκλησία της Παναγίας και στο ύπαιθρο μίλησε με γλαφυρότατο τρόπο, όπως έκανε πάντα, ο αείμνηστος Δον Μάρκος Σάββαρης ευχαριστώντας όλους κι ιδιαίτερα τους αρχιερείς για την τιμή που έκαναν στους Καθολικούς της Τήνου με την επίσκεψή τους. Ο Δ. Μ. Σάββαρης ήταν τότε εφημέριος του Ταραμπάδου και του Βρυσιού για τούτο παράθεσε ένα, όσο γίνονταν, καλό γεύμα σ’ όλους τους προσκεκλημμένους.

Η συγκίνηση όλων ήταν μεγάλη κι η ανάμνηση αξέχαστη. Η επιτροπή της Τήνου που είχε φροντίσει την επιστροφή της Εικόνας, ήταν μεν κουρασμένη απ’ όλες τις προετοιμασίες, αλλά ικανοποιημένη από την επιτυχία του έργου τους. Η επιτροπή αυτή απαρτίζονταν από τον εφημέριο Δ. Μάρκο Σάββαρη, τον γραμματέα της επισκοπής Δ. Ματθαίο Φιλιππούση και τον εφημέριο Κάμπου Δ. Ιωάννη Φιοράντη. Λεπτομερέστατη περιγραφή έγραψε ο Δ. Μ. Σάββαρης στην εφημ. «Καθολική» (αρ.φ. 339 της 12-8-1937, σελ. 4. στην σελ. 1 δημοσιεύονται και δυο φωτογραφίες από τις λιτανείες της επιστροφής της Εικόνας στην Τήνο.