Το συγκρότημα του Βρυσιού

Όπως είπαμε και σε προηγούμενα κεφάλαια, το Βρυσί ήταν αρχικά ένα εξωκκλήσι της ενορίας του Ταραμπάδου. Συγκέντρωνε όμως κι ευλαβείς από τα γύρω χωριά (Κάμπο, Σμαρδάκιτο, Ξυνάρα κλπ). Πολύ γρήγορα όμως η ευλάβεια όλων των τηνιακών καθολικών βρήκε εκεί το θεομητορικό της κέντρο. Κάθε χρόνο το 15αύγουστο, πλήθη πιστών συγκεντρώνονταν εκεί για πενυματική τροφή και πενυματική παρηγοριά. Αυτό το γεγονός δημιούργησε ανάγκες στέγασης των πιστών: ανάγκη να μεγαλώσει η εκκλησιά της Παναγίας, ανάγκη για μια πρόχειρη στέγαση των πιστών που ήθελαν να διανυκτερεύσουν εκεί.

Έτσι, σύντομα δημιουργήθηκαν διάφοροι χώροι που θα εξυπηρετούσαν ένα μέρος των πιστών, αφού οι δυνατότητες για πλήρη εξυπηρέτηση ήταν ανύπαρκτες, όσο το Προσκυνητήριο βρίσκονταν κάτω από την άμεση διαχείρηση μιας τόσο μικρής και φτωχής ενορίας, όπως είναι εκείνη του Ταραμπάδου. Απ’ την άλλη πλευρά, το μεγάλο πλήθος των πιστών δεν είχε την οικονομική δυνατότητα για μεγάλες προσφορές. Τα «τάματα» περιορίζονταν σε λίγο λάδι για τα καντήλια, σε λίγα κεριά για τις λατρευτικές ανάγκες της εκκλησιάς και σε μικρά και φτωχικά αφιερώματα (που σώζονται μέσα σε κορνίζες, μέχρι σήμερα, στο δεξί τοίχο του ναού). Χρειάζονταν μια συντονισμένη προσπάθεια που θα μπορούσε να καλύψει όλα αυτά τα κενά. Οι χώροι που είχαν χτιστεί στο μεταξύ κάλυπταν ένα μέρος των αναγκών.

Ήδη η πρώτη και παλιά εκκλησιά του Βρυσιού, σε διάφορες εποχές πήρε νέες διαστάσεις: μεγάλωσε τρεις φορές, όπως το μαρτυρεί η ανισόπεδη στέγη, που είναι καμωμένη σε τρία διαφορετικά ύψη. Πότε έγιναν όλες οι προεκτάσεις, δυστυχώς δεν το ξέρουμε επειδή δεν υπάρχουν στοιχεία που να μας το φανερώνουν. Δίπλα σ’ αυτή την εκκλησιά βρίσκεται το επιτροπικό, μια τραπεζαρία με μια μικρή χωριάτικη κουζίνα κι ένα μικρό δωμάτιο. Ευτυχώς κι η παλιά εκκλησιά και το επιτροπικό έχουν διατηρήσει το παλιό αρχικό τους χαρακτήρα κι οι εργασίες αναπαλαίωσης που έγιναν στην εκκλησιά, με πρωτοβουλία και επίβλεψη του Σεβ.τάτου αρχιεπισκόπου Ιωάννη Περρή, σεβάστηκαν, όσο γίνονταν, αυτό τον παλιό ιστορικό τους αρχιτεκτονικό χαρακτήρα που στα χωριά μας έχει, σχεδόν, εξαφανιστεί, από μια κακώς εννοούμενη μοντέρνα άνεση.

Έξω από το επιτροπικό και δίπλα στις παλιές πηγές (κάτω από τις μεσαιωνικές καμάρες, που αναπαλαιώθηκαν στον πρωταρχικό τους χαρακτήρα και συντηρήθηκαν σωστά), φτιάχτηκαν πέτρινα τραπέζια αγάπης για το πρόχειρο φαγητό των προσκυνητών, από σχιστολιθικές μαυρόπλακες που υπάρχουν άφθονες στη γύρω περιοχή. Μπορούμε να πούμε άφοβα, πως, παρά τις ανακαινίσεις , ο παλαιός χώρος του Βρυσιού κρατά το αρχικό του τοπικό χρώμα. Κι αυτό είναι ένα κέρδος και μια ιστορική μαρτυρία που έπρεπε να διασωθεί με κάθε θυσία.

Δίπλα στην κουζίνα του επιτροπικού, χτίστηκε ο μικρός ναΐσκος της εύρεσης της Εικόνας, όπου τοποθετήθηκε ένα μικρό ομοίωμα της Παναγίας και δυο μαρμάρινες επιγραφές (ελληνική και λατινική) που βεβαιώνουν το γεγονός και μια μαρμάρινη λεκάνη για το αγίασμα. Από την πίσω πλευρά χτίστηκε κι ένα μικρό δωμάτιο, για χρήση του εκάστοτε εφημερίου. Τα δύο αυτά τελευταία χτίσματα, κατασκευάστηκαν στα 1937 όπως μαρτύρησαν τα σχετικά έγγραφα που προαναφέραμε στο κεφ.6.

Στα χρόνια της ιταλικής περιοχής χτίστηκε με φροντίδα του Δ. Στέφανου Απέργη (Μακιού) προς τα βόρεια της εκκλησιάς ένας υποτυπώδης ξενώνας, χτισμένος όσο το δυνατόν πιο απλά, για την διαμονή μέρους των προσκυνητών που ήθελαν να διανυκτερέψουν στο Βρυσί. Κι ο ξενώνας αυτός έχει σήμερα επισκευαστεί και χρησιμοποιείται, στις μέρες του πανηγυριού, παρόλο που δεν προσφέρει πολλές ανέσεις.

Στα 1980, με τη φροντίδα και την επίβλεψη του Σεβ.τάτου αρχιεπισκόπυ Ιωάννη Περρή, χτίστηκε ο νέος ξενώνας. Διόροφος, με βοηθητικούς χώρους που εξυπηρετούν τις σύγχρονες ανάγκες, περιλαμβάνει μια τραπεζαρία, κουζίνα και λουτρά για άνδρες και γυναίκες (ισόγειο), μια αίθουσα εκθέσεων και συγκεντρώσεων κι ένα υπνοδωμάτιο (1ος όροφος), ενώ μαρμάρινη σκάλα οδηγεί στην ταράτσα που χαρίζει στον επισκέπτη μοναδική θέα προς όλες τις κατευθύνσεις. Όμορφο κτίριο, χτισμένο με τις σύγχρονες τεχνικές, σώζει τον αρχιτεκτονικό χαρακτήρα της Τήνου και συνδένεται αρμονικά με το περιβάλλον, με όμορφα λαϊκά σχέδια και σχήματα των τηνιακών περιστεριώνων. Ο νέςο αυτός ξενώνας έχει σκοπό να εξυπηρετήσει όλους εκείνους τους σκοπούς για τους οποίους αναφέραμε παραπάνω (πνευματικές συγκεντρώσεις, πολιστιστικές και μορφωτικές εκθέσεις κλπ.) Σήμερα, που γράφουμε, δίπλα στον ξενώνα αυτό χτίζεται μια σεμνή κατοικία για ένα ξένο μοναχό, που θέλει να ιδιωτεύσει μέσα σ’ αυτούς τους χώρους, για την προσωπική του πνευματική ανάταση και για την εξυπηρέτηση των πιστών. Και το κτίριο αυτό χτίζεται μ’ απόλυτο σεβασμό κι εναρμόνιση προς το φυσικό τηνιακό περιβάλλον.

Η σημερινή εκκλησιά του Προσκυνήματος χτίστηκε στο τέλος του περασμένου αιώνα, όπως περίπου είναι σήμερα, μ’ ένα μικρό σκευοφυλάκιο στα δεξιά του ναού. Αργότερα προστέθηκε στ’ αριστερό μέρος άλλο ένα σκευοφυλάκιο, το δωμάτιο των εξομολογητηρίων κι η πλαϊνή είσοδος της εκκλησιάς (πριν 13 χρόνια). Για το χτίσιμο της νέας εκκλησιάς βοήθησε ολόκληρη η καθολική Τήνος. Δυστυχώς δεν διασώθηκαν οι προσφορές των πιστών καταγραμμένες, ώστε να έχουμε μια λεπτομερή κι άκρως ενδιαφέρουσα κατάσταση των εργασιών που έγιναν, επειδή σώθηκαν πολύ λίγα πράγματα από το ενοριακό αρχείο του Ταραραμπάδου. Σώθηκε όμως η εγκύκλια επιστολή του επισκόπου Τήνου Ιγνάτιου Ιουστινιάνη προς τους καθολικούς του νησιού, για να βοηθήσουν τους ενορίτες του Ταραμπάδου στο έργο που ανάλαβαν. Επειδή το κείμενο της εγκυκλίου είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, για την ιστορία του Προσκυνητηρίου, επειδή είναι μια μαρτυρία για τη γενική αγάπη των καθολικών του νησιού προς την Παναγία του Βρυσιού, το δημοσιεύουμε ολόκληρο.

CANCELLARIA
EPISCOPATUS TENEN. ET MYCONEN.

Νο 589

Ημείς Ιγνάτιος Νικόλαος Ιουστινιάνης
Κόμης Δε Φορνέττι,
Ελέω Θεού και του Αποστολικού Θρόνου χάριτι,
Επίσκοπος Τήνου και Μυκόνου
Αποστολικός Επίτροπος Άνδρου.


Επειδή ο Προκάτοχος Ημών, Σεβασμιότατος Κύριος Κ. Ιωάννης Μαραγκός Επίσκοπος Τήνου, καλώς εγνώριζεν την αθλίαν κατάστασιν της Εκκλησίας της Θεοτόκου Παρθένου Μαρίας εις θέσιν Βρυσίν, προ καιρού τους κατοίκους χωρίου Ταραμπάδου εις τους οποίους ανήκει, πολλάκις παρεκίνει όπως φροντήσωσιν και δια συνδρομών των πιστών της Πατρίδος μας καθολικών οικοδομήσωσι νέον Ναόν, τη τιμή της Παναγίας, ενώ άπαντες απιδεικνύουν μερικήν ευλάβειαν προς την θαυματουργόν αυτής ιεράν εικώνα. Και επειδή αι περιστάσεις ως φαίνεται δεν επαραχώρησαν και άχρις ώρας, το άγιον τούτο έργον, δεν ενεργήθει, τώρα αποφασίσθη η ενέργεια αυτού.

Ενώ δε οι μόνοι κάτοικοι του μικρού και πτωχού χωρίου Ταραμπάδου, δεν δύνανται βεβαίως να τελειώσωσιν το τοιούτον έργον, ευρίσκονται ηναγκασμένοι να παρακαλέσωσιν άπαντας να συνησφέρωσιν και βοηθήσωσιν. Δια ταύτα και εις Ημάς, ως Εκκλησιαστική Αρχή επαρουσιάσθησαν μετα του αρμοδίου αυτών εφημερίου και γνωμοδότησιν ητήσαντο επί της προκειμένης υποθέσεως.

Ημείς, λοιπόν, ίνα διευκολύνωμεν το άγιον τούτο έργον και προς επιτυχίαν και τάξιν αρμόδιον εκρίναμεν, να διορήσωμεν Επιτρόπους εκ διαφόρων χωρίων και ατόμων, Ιερέων και λαϊκών, δια την σύναξιν των συνδρομών. Τας συνδρομάς δε, θέλουν εμβάζει εις τον εφημέριον του χωρίου Ταραμπάδου, οποίον και πρώτον Επίτροπον θεωρούμεν.

Εκ μέρους λοιπών των Ιερέων μας, διορίζομεν Επιτρόπους, τον Αιδεσιμώτατον Κύριον Δον Αντώνιον Δελλατόλαν Κανονικόν, τον αιδέσιμον Κ. Δ. Μιχαήλ Παλαμάρη εκ χωρίου Στενής, τον αιδέσιμον Κ.Δ. Αντώνιον Δελλατόλαν εκ χωρίου Αγάπης. εκ μέρους των λαϊκών διορίζομεν τον Κύριον Ιωάννην Ζαρπάνην Δήμαρχον Περαίας, τον Κύριον Αντώνιον Λιβαδάρην εκ χωρίου Μουσουλούς και Κύριον Ιωάννην Παλαμάρην εκ χωρίου Ποταμίας, τον Κύριον Νικόλαον Αρμακόλλαν εκ χωρίου Αγάπης, τον Κύριον Ιωάννην Μπαϊμπάν εκ χωρίου Κώμης, τον Κύριον Πέτρον Κολλάρον εκ χωρίου Κάμπου, τον Κύριον Αντώνιον Ρωμανόν εκ χωρίου Λουτρών, τον Κύριον Ματθαίον Νεγρεπόντη εκ χωρίου Ξυνάρας, τον Κύριον Ιάκωβον Δουλάν εκ χωρίου Σμαρδακίτου.

Ελπίζομεν όθεν ότι ο διορισμός ούτος να φέρη ευάρεστον αποτέλεσμα και οι διορισθέντες όχι μόνον θέλουν δεχθεί δι’ αγάπην της Παναγίας το βάρος τούτο, αλλά και με ζήλον θέλουν εκπληρώσει τούτο, ενθυμούμενοι ότι το έργον τούτο αποβαίνει προς δόξαν του Θεού και τιμήν της αειπαρθένου Μαρίας, της αγαπητής ημών Μητρός.

Επί τέλους σας δίδομεν την Πατρικήν μας Ευχήν ως αγαπητά ημών Πνευματικά τέκνα.


Εγένετο εν Ξυνάρα, εις το Επισκοπικόν Γραφείον, την 10 Αυγούστου 1876

+ Ignazio Nic. Giustiniani Vescovo come sopra.

Ο Επισκοπικός Γραμματεύς

Γεώργιος Λαμπύρης, Ιερεύς.

Απ’ αυτό το κείμενο μπορούμε να βγάλουμε διάφορα συμπεράσματα, σχετικά με την ιστορία του συγκροτήματος του Προσκυνητηρίου του Βρυσιού, αλλά δεν θα σταματήσουμε για πολύ.

Ήδη από τα μέσα του περασμένου αιώνα, οι εκάστοτε επίσκοποι έδειχναν το ενδιαφέρον τους για την Παναγία του Βρυσιού, έστω κι αν η Εκκλησία της παρέμενε ένα μικρό εξωκκλήσι της ενορίας του Ταραμπάδου. Με λίγα λόγια, από τότε το Προσκυνητήριο του Βρυσιού είχε γίνει το θεομητορικό κέντρο της καθολικής Τήνου κάτω από την αιγίδα του τοπικού επισκόπου. Κι οι καθολικοί κάτοικοι όλων των χωριών βοήθησαν στο χτίσιμο του νέου ναού, που συγκεντρώνει μέχρι σήμερα την αγάπη των πιστών.

Γιατί, όμως, μπορεί να διερωτηθεί κανείς, η εκκλησία είχε φτάσει στο σημείο να χαρακτηρίζεται από επίσημα χείλη σε «αθλία κατάσταση»; Η αγάπη κι η ευλάβεια των ευλαβών δεν έπρεπε να είχε αποτρέψει κάτι τέτοιο; Το ερώτημα φαίνεται δικαιλογημένο και λογικό. Άλλοι όμως ιστορικοί παράγοντες είχαν συμβάλλει σ’ αυτό. Και θα τους αναφέρουμε στα γρήγορα, επειδή αν σταματούσαμε σ’ αυτό το σημείο, θα βγαίναμε από το θέμα μας.

Από το τέλος του 18ου αιώνα μέχρι το τέλος του 19ου ακόμα, οι καθολικοί της Τήνου είχαν περιοριστεί στα χωριά τους, κάτω από δυσμενείς οικονομικές και κοινωνικές και πολιτικές συγκυρίες, που δεν είναι εδώ ο τόπος να εξετάσουμε τώρα, είχαν επιδοθεί με μεγάλο ζήλο στο να δημιουργήσουν εκκλησιαστικά κέντρα σε κάθε χωριό, είχαν αναγκαστεί από τις δύσκολες οικονομικές περιστάσεις να εγκαταλείψουν στη φθορά του χρόνου και των καιρών το μεγάλο αριθμό των ιδιωτικών και ενοριακών εξωκκλησιών τους. Η φροντίδα τους είχε στραφεί στην ανέγερση μεγαλόπρεπων ενοριακών ναών στα χωριά τους, στον ευπρεπισμό τους και στην προμήθεια πολύτιμων ιερών σκευών κι αμφίων. Η συσπείρωσή τους γύρω από τους ενοριακούς τους ναούς δεν ήταν απλά και μόνο ένα θρησκευτικό γεγονός, αλλά περισσότερο κοινωνικό. Ήθελαν μ’ αυτό τον τρόπο να δημιουργήσουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο θ’ αναπτύσσονταν σαν ξεχωριστή Κοινότητα, θρησκευτικά, κοινωνικά και οικονομικά. Ο αποδεκατισμός του καθολικού πληθυσμού από τις μεταναστεύσεις στην Πόλη και τη Σμύρνη και την Αλεξάνδρεια, τους είχε αναγκάσει να πάρουν αποφάσεις με κάθε μορφής προεκτάσεις. Για περισσότερες λεπτομέρειες πάνω σ’ αυτό το θέμα, μπορεί να βρει κανείς στη μελέτη του π. Μάρκου Φώσκολου, Τα «φραγκοχιώτικα» βιβλία στην κοινωνική και θρησκευτική διαμόρφωση των Καθολικών Κοινοτήτων των Κυκλάδων (ΙΖ΄- ΙΘ΄ αι.), που πρόκειται να δημοσιευθεί σύντομα, στα Πρακτικά του Α΄Διεθνούς Συμποσίου του Κέντρου Νεολελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (βλ. σχετικά στο Δελτίο «Τηνιακά Μηνύματα», αρ. φ. 85, Ιούνιος 1981, σελ. 5). Έτσι και το Προσκυνητήριο του Βρυσιού γνώρισε την ίδια τύχη των άλλων εξωκκλησιών. Αυτό, βέβαια, που είπαμε παραπάνω, δεν έχει απόλυτο χαρακτήρα, αλλά ίσχυε για πάρα πολλές περιπτώσεις.

Η αγάπη για το Βρυσί φανερώθηκε, την ίδια εποχή, από την ανακαίνιση και επέκταση της παλιάς εκκλησιάς, όπως μας το έκαμε γνωστό ο ιστορικός Μ. Ζαλώνης, στο κείμενο που παραπέμψαμε στην αρχή αυτού του τεύχους. Απ’ αυτό το κείμενο συμπεραίνουμε για το πότε έγινε η τελευταία επισκευή της παλαιάς εκλησιάς: αρχές του 1800. Μετά, όμως την ανέγερση του νέου ναού, η παλιά εγκαταλήφθηκε στην τύχη της και τη φθορά, σε σημείο που καταστράφηκε κάθε στοιχείο που θα μας βοηθούσε να βγάλουμε διάφορα συμπεράσματα για το παρελθόν.

Πιο συγκεκριμένα, κατά την αναπαλαίωση που έγινε πρόσφατα (βλ. παραπάνω), ανακαλύφτηκε η θέση που ήταν το πρώτο ιερό Βήμα. Σε κείνο ακριβώς το σημείο φανερώθηκαν απομεινάρια από παλιές τοιχογραφίες που αν σώζονταν θα ήταν μνημεία της Λαϊκής μας θρησκευτικής τέχνης. Οι παλιοί σουβάδες που έχουν ανεπανόρθωτα καταστραφεί δεν μας επιτρέπουν, δυστυχώς, ούτε το θέμα της αγιογραφίας να διακρίνουμε. Ευτυχώς, όμως σώθηκαν αυτά τα απομεινάρια που μαρτυρούν για το παρελθόν. Αυτό, μας κάνει ακόμα πιο επίμονους στην προσπάθειά μας να διασώσουμε ό,τι μπορεί να διασωθεί απ’ τη φθορά, από τη μεγάλη και πλούσια κληρονομιά που μας άφησαν οι πατέρες μας, σε κάθε τομέα της ιστορίας: θρησκευτικό, πολιτιστικό, καλλιτεχνικό, γλωσσικό, λαογραφικό κλπ. Όλοι οι τηνιακοί πρέπει να πάψουν την ανηλεή καταστροφή της κάθε μορφής ιστορικών μνημείων που έφτασαν μέχρι σε μας και να πάψουμε να τα εκτιμούμε μονάχα με δραχμές. Είναι κοινό χρέος όλων μας να διατηρήσουμε και να συντηρήσουμε την πνευματική κληρονομιά των πατέρων μας. Ο καθένας, αλλά περισσότερο οι υπεύθυνοι φορείς, μπορούν να κάμουν πολλά. Κι η τοπική μας Εκκλησία έχει καταλάβει τη σημασία ενός τέτοιου έργου και με τις δυνατότητες που έχει, προσφέρει τη συμβολή της όπου της είναι δυνατόν.