Λίγη Γεωγραφία

Πηγαίνοντας από τα Μέσα Μέρη για την Οξωμεριά, κάπου ανάμεσα στον Κάμπο και στην Καρδιανή, βρίσκεται το σταυροδρόμι της Αγίας Μαρίνας. Εκεί ακριβώς που είναι χτισμένο το ομώνυμο εκκλησάκι, άσπρο και λουλακί βαμμένο μ’ ένα όμορφο μαρμάρινο υπέρθυρο, ανοίγονται, σχεδόν σταυρωτά 4 δρόμοι: ο ένας, στη διπλή ροή του, οδηγεί στην Οξωμεριά κι αντίθετα στα Μέσα Μέρη. ο άλλος, χωματόδρομος, ενώνει την Οξωμεριά με τα Κάτω Μέρη και συνδεέται με τον κεντρικό δρόμο της Καλλονής. ο τρίτος, αυτός που μας ενδιαφέρει, οδηγεί στο Βρυσί, με μια μικρή προέκταση που, όπως ελπίζεται θα καταλήξει κάποια μέρα στον όρμο του Αγ. Ρωμανού. κι ο τέταρτος που άρχισε τώρα και που θα συνδέσει τελικά τη Χώρα (μέσα από τα Κιόνια) με τον κεντρικό δρόμο της Οξωμεριάς.
Παίρνοντας τον τρίτο δρόμο, ακόμα χωματόδρομος, ο πεζός ή το αυτοκίνητο, μετά από 300 περίπου μέτρα θα φτάσει σε μια πλατεία, ανοιγμένη πρόχειρα. Εκεί ανάμεσα στα δέντρα (ελιές, λεύκες, ευκάλυπτους, και κυπαρίσσια) θα διακρίνει την εκκλησιά της Παναγιάς του Βρυσιού μαζί με το υπόλοιπο κτιριακό συγκρότημα.
Το Βρυσί είναι μια τοποθεσία ανάμεσα στ’ Ανώγια και την Άβδο. Στη διασταύρωση της Αγ. Μαρίνας, μπορεί κανείς να διακρίνει δεξιά του τη θάλασσα της Κολυμπήθρας (συνήθως αφρισμένη απ’ το συνεχή βοριά) και στ’ αριστερά του ένα μέρος του όρμου του Αγ. Ρωμανού, με τις άσπρες καλοκαιρινές αγροτοκατοικίες και την εκκλησία του Αγίου που έδωσε το όνομά του στην περιοχή. Ο επισκέπτης του Βρυσιού, όταν έχει καλό καιρό, καταλαβαίνει πως βρίσκεται στο τέλος μιας πλαγιάς του βουνού Πατέλλες, που κατηφορίζει για τη θάλασσα. Εκεί, δημιουργείται ένα μικρό ίσιωμα, σαν ταράτσα πάνω απ’ τη θάλασσα του Αγ. Ρωμανού. Ο όρμος δεν διακρίνεται ολόκληρος, αλλά σε αντιστάθμισμα, όλο το στενό της Σύρας-Τήνου και Τήνου-Γυάρου, με τις χαμηλές βουνοκορφές αυτών των νησιών να καθορίζουν τον ορίζοντα, βρίσκονται μπροστά στα μάτια του θεατή σαν ζωγραφικός πίνακας. Ο κάθε καιρός -καλοκαιρινός, ανοιξιάτικος, φθινοπωρινός, χειμωνιάτικος- έχει τη δική του γοητεία κι ομορφιά στο Βρυσί. Από την αντίθετη πλευρά, διακρίνεται μέσα απ’ τις κορφές των δέντρων, οι πλαγιές και η κορφή του βουνού Πατέλλες: βράχια απόκρυμνα, χώματα ακαλλιέργητα, αγριόθαμνοι με το δικό τους άρωμα κι ομορφιά. Μετά το κοίλωμα της Αγίας Μαρίνας, σηκώνεται ένας βραχώδης λοφίσκος, τ’ Ανώγια , όπου η φύση έβαλε όλη της την τέχνη στο σκάλισμα αυτών των βράχων, στις ρίζες των οποίων αναβλύζουν πηγές και φοντάντες και φυτρώνουν βούρλα.
Απ’ όλες τις άλλες πλευρές, παρατηρούμε τα χωράφια, σε σκαλιά να κατηφορίζουν προς τη θάλασσα: άλλα πράσινα και καλλιεργημένα, άλλα, πάλι ακαλλιέργητα χρησιμεύουν για βοσκότοπους σε πρόβατα και κατσίκια. Αρκετά αμπέλια σώζονται ακόμα, με καλά σταφύλια κυρίως ροζακιά, λίγες συκιές, πολλά αγρέλια και λιγοστά άλλου είδους δέντρα.

Το τοπίο ολοκληρώνεται αν το συμπληρώσουμε με μερικούς περιστεριώνες, δυο-τρία εξωκκλήσια, κάποια αγροικία με σταύλο κι αποθήκη. Μέσα σ’ αυτό το τοπίο, άγριο και συγχρόνως ήμερο και γλυκό, βρίσκεται χτισμένο το Προσκυνητήριο του Βρυσιού. Ηρεμία, μοναξιά και ησυχία για τον προσκυνητή που θέλει να ανοίξει την καρδιά του στη Μητέρα του Ουρανού, μέσα στη φύση, μακριά από βιοτικές μέριμνες και θορύβους της μοντέρνας ζωής.