π. Δομίνικος Βουτσίνος
(1910-1993)


Ο π. Δομίνικος Βουτσίνος γεννήθηκε στην Ποσειδωνία της Σύρου στις 11 Φεβρουαρίου 1910, τέταρτο παιδί του Ιωσήφ και της Μαρίας Βουτσίνου. Δέκα μέρες μετά τη γέννησή του, οι γονείς του φρόντισαν να τον βαπτίσουν στο ναό του αγίου Πέτρου, δίδοντάς του το όνομα Δομίνικος. Η έντονη θρησκευτική ζωή και το καλό παράδειγμα των γονέων του άσκησαν μεγάλη επίδραση στο μικρό Δομίνικο, ο οποίος σε ηλικία 11 ετών ζήτησε να γίνει δεκτός στην Αποστολική Σχολή των Πατέρων Ιησουϊτών στην Άνω Σύρο. Εκεί έμεινε δύο χρόνια. Οι πατέρες, αφού διέκριναν τη σοβαρότητα του χαρακτήρα του, τον έστειλαν, μαζί με τον συνομήλικό του Ισίδωρο Περρή, στη Σικελία για να συνεχίσει τις σπουδές του και να μάθει τα ιταλικά πριν γίνει επίσημα δεκτός στο Τάγμα.
Για τα δύο Ελληνόπουλα, η 9η Σεπτεμβρίου 1925 ήταν η ημέρα της πραγματοποίησης της μεγάλης επιθυμίας τους: έγιναν δόκιμοι μοναχοί ιησουΐτες. Κάποια χρόνια αργότερα, πάλι οι δυο μαζί θα βρεθούν στην Τήνο για να προσφέρουν την ποιμαντική μέριμνα στους καθολικούς πιστούς του νησιού. Μετά το δοκίμιο ο Δομίνικος έμεινε ακόμη δύο χρόνια στη Σικελία για να τελειώσει το Γυμνάσιο. Το 1929 οι Ανώτεροι τον έστειλαν στο Τζερσέ της Μάγχης, όπου σπούδασε τρία χρόνια φιλοσοφία, μαθαίνοντας ταυτόχρονα τα γαλλικά και τα αγγλικά. Μετά το πέρας της φιλοσοφίας διετέλεσε καθηγητής των λατινικών και των γαλλικών στα κολέγια των Ιησουϊτών, πρώτα επί δύο χρόνια στο Ατσιρεάλε της Σικελίας και κατόπιν για ένα χρόνο στη Μάλτα. Το 1935 άρχισε τη θεολογία στο Κιέρι, κοντά στο Τορίνο, στη βόρεια Ιταλία, όπου χειροτονήθηκε ιερέας στις 15 Ιουλίου 1938. Έμεινε ακόμη δύο χρόνια στο εξωτερικό, ένα στην Ιταλία για να ολοκληρώσει τη θεολογική του μόρφωση και ένα στο Βέλγιο για το «3ο έτος», όπως ονομάζεται στο Τάγμα η τελευταία χρονιά της μόρφωσης του Ιησουΐτη, κατά την οποία του παρέχεται έντονη πνευματική εκπαίδευση.
Το καλοκαίρι του 1940 ο π. Βουτσίνος επέστρεψε στην Ελλάδα. Οι Ανώτεροι του Τάγματος τον έστειλαν στην Τήνο, όπου στην πραγματικότητα έμεινε ως το τέλος της ζωής του, αφού και στα ελάχιστα χρόνια που έλειψε από το αγαπημένο του νησί – τρία χρόνια στην Αθήνα ως διευθυντής του ιεροσπουδαστηρίου και ηγούμενος της Μονής (1944-1947) και ένα χρόνο στη Βηρυτό ως καθηγητής θεολογίας στο εκεί πανεπιστήμιο των Ιησουϊτών – δεν έπαψε ούτε στιγμή να ενδιαφέρεται ενεργά για το Προσκυνητήριο της Ιεράς Καρδίας στο Εξώμβουργο.

Από τη στιγμή που ο π. Βουτσίνος πάτησε το πόδι του στην Τήνο, σκοπός της ζωής του υπήρξε η διάδοση της ευλάβειας προς την Ι. Καρδία του Ιησού. Η Εκκλησία στο Εξώμβουργο, το Σεπτέμβριο του 1940, ήταν σε κακή κατάσταση. Είχε μείνει έρημη για αρκετά χρόνια. Στις 28 Οκτωβρίου, η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα. Με τη γενική επιστράτευση, όλοι οι άνδρες και τα παλικάρια έφυγαν για το μέτωπο, ενώ οι γυναίκες, ιδιαίτερα από τα Πάνω Μέρη, προσέφευγαν στον εγκαταλειμμένο ναό της Ιεράς Καρδίας για να ζητήσουν από το Χριστό να φέρει και πάλι πίσω σώους το σύζυγο, τον αδελφό, το γιο, τον αρραβωνιαστικό. Αυτό βλέποντας, ο νεοαφιγμένος νεαρός λευίτης προέτρεψε αυτόν τον γυναικόκοσμο: «Γιατί να προστρέχουμε προς το Χριστό σ’ ένα ναό ερημωμένο και βρόμικο και να μη βαλθούμε όλοι μαζί για να περιποιηθούμε τον οίκο του Κυρίου;». Άμεση ήταν η ανταπόκριση των γυναικών. Αλλά και το ευχαριστώ των ανδρών μετά την επιστροφή τους στα σπίτια τους. Έτσι, όλοι πια οι τηνιακοί μαζί, υπό την καθοδήγηση του π. Δομίνικου, βάλθηκαν να περιποιηθούν το ναό. Ένα χρόνο μετά από την έναρξη του πολέμου, ο ναός της Ιεράς Καρδίας στο Εξωμβουργο εγκαινιάζεται ανακαινισμένος, την τελευταία Κυριακή του Οκτωβρίου 1941, ημέρα κατά την οποία η Καθολική Εκκλησία γιόρταζε τον Ιησού Χριστό Βασιλέα του Σύμπαντος. Σ’ ολόκληρη την περίοδο της Κατοχής αλλά και κατά την περίοδο του Εμφυλίου, οι βελτιώσεις δε σταμάτησαν. Άλλοι με την προσφορά εργασίας και άλλοι με την προσφορά του οβολού τους, όλοι έδωσαν το παρόν στην πλήρη ανακαίνιση του ναού.

Το 1947 ο π. Δομίνικος επέστρεψε οριστικά πια στην Τήνο. Επιδόθηκε με όλη του την καρδιά στην ποιμαντική εξυπηρέτηση των πιστών. Ό ένθερμος ζήλος του δεν μπορούσε να περιοριστεί στο Εξώμβουργο. Στη διάρκεια των σχεδόν 50 χρόνων πού πέρασε στην Τήνο γύριζε σε όλα τα χωριά του νησιού για να τελέσει τη θ. Λειτουργία, να εξομολογήσει, να κηρύξει πνευματικές ασκήσεις, να οργανώνει ημέρες περισυλλογής για νέους ή για ενήλικες, να επισκεφτεί τους ασθενείς. Κι ακόμη, να παροτρύνει όλους στην ευλάβεια προς την Ι. Καρδία του Σωτήρα μας.

Παράλληλα, δε σταμάτησε να εξωραΐζει τόσο το εσωτερικό όσο και τον περιβάλλοντα χώρο γύρω από το ναό του Εξωμβούργου: δημιούργησε χώρους ώστε να μπορεί να δέχεται και να φιλοξενεί τους προσκυνητές που έφθαναν πια όχι μόνο από την Τήνο αλλά και από τη Σύρο, την Αθήνα και από όλη την Ελλάδα. Με δική του εντολή, ο καλλιτέχνης Ιωάννης Φιλιππότης φιλοτέχνησε το ιερό του ναού αλλά και έστησε στη μέση της πλατείας, το 1951, το Μνημείο των Ελλήνων καθολικών που έπεσαν στο Μέτωπο του πολέμου από το 1912 έως το 1950. Φρόντισε να κατασκευαστεί το Σπήλαιο της Παναγίας της Λούρδης, ενδιαφέρθηκε για τη διάνοιξη και τσιμεντόστρωση του δρόμου ώστε το αυτοκίνητο να μπορεί να φθάσει ως την πόρτα του ναού. Ακόμη, ζήτησε και απέκτησε από την Ιταλία μια καμπάνα 800 κιλών την οποίαν μετέφεραν εθελοντές πάνω στους ώμους τους και την τοποθέτησαν εκεί που βρίσκεται ακόμη σήμερα.

Όμως σημαντική ήταν επίσης η ανθρωπιστική του δραστηριότητα. Πολύ τον βασάνιζε η φυγή των νέων, αγοριών και κοριτσιών, αλλά και οικογενειών ολόκληρων προς την πρωτεύουσα, κατά τα δύσκολα εκείνα χρόνια του 1950 και 1960. Ίδρυσε την «Οικογένεια του Εξωμβούργου», ώστε να μπορεί να μένει σε επαφή με όλους αυτούς που είχαν εγκαταλείψει το νησί. Με το φυλλάδιο «Το Φρούριο της Τήνου», το οποίο εξέδιδε πολυγραφημένο, προσπαθούσε να διατηρήσει ζωντανό το ενδιαφέρον των ξενιτεμένων τηνιακών για το νησί τους. Και τουλάχιστο μια φορά το χρόνο επισκεφτόταν όλους εκείνους των οποίων είχε κατορθώσει να συγκεντρώσει τις διευθύνσεις στο τεφτέρι του, άλλους για να συγχαρεί για την επιτυχία τους στη νέα τους εγκατάσταση και άλλους για να βοηθήσει και να στηρίξει με κάθε τρόπο. Αλλά και εδώ στην Τήνο αγωνιζόταν με κάθε τρόπο ώστε να δημιουργηθούν καινούριες θέσεις εργασίες: με τα υφαντά και την ταπητουργία χάρη στη συμπαράσταση των Αδελφών Ουρσουλινών, με τη δωρεάν προσφορά καινούριων ραπτομηχανών σε νυμφευόμενες κοπέλες, ώστε να μπορούν να εργάζονται στο σπίτι τους, και άλλα παρόμοια.

Ήταν το πρωί της 22ας Οκτωβρίου 1993, ημέρα Παρασκευή. Η αστείρευτη αγάπη του προς την Ιερά Καρδία του Ιησού του έδιδε θάρρος και δύναμη να εργάζεται συνέχεια, χωρίς να υπολογίζει ούτε την ηλικία του ούτε τη φθορά του οργανισμού του, ειδικά από τον ζαχαροδιαβήτη από τον οποίο έπασχε. Ενώ πήγαινε να τελέσει τη θ. Λειτουργία στο Εξώμβουργο, στη στροφή, κοντά στην πλατεία του Σκαλάδου έγινε το ατύχημα. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας μεταφέρθηκε επειγόντως με ελικόπτερο στην Αθήνα. Χειρουργήθηκε, όπως αποφάσισαν οι γιατροί, όμως ο οργανισμός του δεν άντεξε και ο Πατέρας έπεσε σε κώμα. Ξεψύχησε μερικές μέρες αργότερα, την 29η Οκτωβρίου, ημέρα πάλι Παρασκευή.

 

back

next