Ιστορικό Σχετικό με την κατασκευή του
Μνημείου του ΗΡΩΟΥ στο ΕΞΩΜΒΟΥΡΓΟ

Γυρίζοντας από το μέτωπο της Αλβανίας το Μάιο του 1941, ο Φιλιππότης έχει ν' αντιμετωπίσει μια νέα πραγματικότητα. Ο πόλεμος έχει νεκρώσει τις δουλειές, οι εργασίες στα λατομεία έχουν σταματήσει και η Κατοχή στρέφει τους ανθρώπους προς τον αδυσώπητο αγώνα για την επιβίωση. Τεχνίτες και ναυτικοί οι Πανορμίτες, ζώντας σε μια περιοχή άγονη και χωρίς γεωργική παραγωγή, υφίστανται τραγικές τις συνέπειες: αποκλεισμός, προβληματικές μετακινήσεις, ανυπαρξία πελατών, πείνα, θάνατος. Κάποια διέξοδος που απο-μένει στους Ξωμερίτες μαστόρους είναι τα εύφορα χωριά του νησιού, τα δυτι-κού δόγματος Κάτω Μέρη, οπού οι χωρικοί αντεπεξέρχονται στις δυσκολίες στα πλαίσια μιας διαμορφωμένης ήδη αγροτικής πολυκαλλιέργειας. Καθώς οι Κατωμερίτες συνιστούν πλέον τη μόνη προσιτή πελατεία των μαστόρων, οι προϋπάρχουσες σχέσεις συμπληρωματικής οικονομίας μεταξύ των δύο περιοχών εντείνονται και μορφές οικονομικής ανταλλαγής, όπως η πληρωμή σε είδος, κερδίζουν έδαφος. Μαζί με τους άλλους μαρμαράδες, και ο μπαρμπα-Γιάννης στρέφεται προς αυτή την κατεύθυνση: Αφού γυρίσαμε απ' την Αλβανία, γυρεύαμε δουλειά για να μπορέσουμε να ζήσομε. Πείνα, έ; η γυναίκα μου κι η πεθερά μου ηπηαίνανε η μια το πρωί για χόρτα, η άλλη το βράδυ για χόρτα τι να φάμε;... Κι έπιασα με τους καθολικούς, διότι αυτοί είχανε τρόφιμα. Με αντάλλαγμα τότες είχεν αξία το είδος... Κείνα τα χρόνια έκαναν κι άλλοι δουλειές στα Κάτω Μέρη. Εμένα μου ανέθεσαν και τους έκαμα ένα αλτάριο στον Καρκάδο, είχεν έναν παπά πολύ δραστήριο, ντον Γιακουμής Μπουσοτίλ – το ’χει κάμει και βιβλίο αυτό – και μ’ έβαλαν κι έκαμα ένα σχέδιο για το κάτω μέρος και αρχίνησα τη δουλειά.
Το σχέδιο του Φιλιππότη προτιμήθηκε από το αντίστοιχο σχέδιο του Ιάκωβου Βιδάλη (Μαυράκη) και εκτελέστηκε εντός του 1942, έναντι 80.000 δρχ. Τον Ιανουάριο του '43, με εισφορές των κατοίκων του Καρκάδου, συμ-φωνήθηκε και το υπόλοιπο, το άνω μέρος του αλταρίου, έναντι 1.000.000 δραχμών και συμπληρωματικής αμοιβής σε είδος. Ανάμεσα στις υποχρεώσεις του τεχνίτη, πέρα από την κατασκευή και την τοποθέτηση, ήταν η αγορά των μαρμάρων και η μεταφορά τους από το λατομείο. Ανάμεσα στις υποχρεώσεις του πελάτη, η αγορά των λοιπών υλικών, η μεταφορά των εργασμένων τμη-μάτων του αλταρίου από τον Πύργο στον Καρκάδο και η διατροφή των μαστόρων για όσες ήμερες θα διαρκούσε η τοποθέτηση (72 τελικά). Η όλη συμφωνία είναι ενδεικτική τόσο της οικονομικής, για την εποχή, ευεξίας των καθολικών χωριών όσο και της μειονεκτικής θέσης των χειμαζομένων μαστόρων του Πανόρμου: Οι άνθρωποι αυτοί είχανε το καθημερινό τους, ήταν γεωργοί, καλλιεργούσαν κι είχαν απ ' όλα ... Εγώ εν τω μεταξύ αρχίνηξα και τα ’φερνα στενάχωρα πια, διότι θέλαμε φαΐ. Είχαμε και τα παιδιά καμωμένα ... και συμφωνάμε λοιπόν ένα εκατομμύριο – κατοχικά λεφτά, ε; και είδος ... Έ, τελευταία, αφού με ξόφλησαν, το ένα εκατομμύριο έπαιρνες μια κούτα τσιγάρα! Και μου δώσανε πατάτες, κριθάρι και μία στάμνα πετιμέζι. Συμπληρωματική του θέματος είναι η άποψη του πελάτη: «Ινα τούτο (το Βήμα) γίνη μαρμάρινον... ήτο εύκολον κάπως πως, διότι λόγω του πολέμου άφ' ενός μεν το χωρίον όν γεωργικόν ευρίσκετο εις κάποιαν οικονομικήν δυνατότητα και συνεπώς ηδύνατο να προσφέρη ... αφ' ετέρου και οι τεχνίται του Πύργου λόγω του πολέμου ευρισκόμενοι και αυτοί άνευ εργασίας ήσαν δι' έμέ λίαν ευχερείς». Και αλλού: «Ο τεχνίτης ίσως να μην αντελήφθη αρχικώς το βάρος όπερ ανέλαβεν..., ίσως από σκοπιμότητα, τούτο δι' εμέ ήτο αδιάφορον άπαξ και υπέγραψε το συμφωνητικόν».
Ωστόσο, προ του κινδύνου διακοπής των εργασιών, ο πελάτης θα υποχρεωθεί να διαθέσει, εκτός συμφωνίας, συμπληρωματικά ποσά για την πληρωμή των εργατών και οι κάτοικοι του Καρκάδου να επωμισθούν το επίπονο έργο της μεταφοράς των μαρμάρων. Οι περιγραφές συμπληρώνουν την εικόνα των δυσχερειών που παρουσίαζαν οι μεταφορές του είδους με προβιομηχανικά μέσα: Οι άνθρωποι αυτοί εκάνανε μεγάλες θυσίες. Ερχόντανε κάθε Κυριακή από το χωριό τους τρεις ώρες δρόμο με τα ζώα τους και πηαίνανε γραμμή στο νταμάρι απάνω και φορτώνανε τα ζώα με μάρμαρα ... Φορτώνονταν και οι ίδιοι μάρμαρα στην πλάτη και τα κατέβαζαν στο μαγαζί ... και αφού τους φόρτωνα εγώ τα άλλα μάρμαρα, τα δουλεμένα – δεν ξέραν αυτοί [τον τρόπο] να φορτώσουν – ζεκινούσαν με τα πόδια για το χωριό, νύχτα η ώρα ... πρώτος ο παπάς.
Το επάνω μέρος του αλταρίου, βασισμένο σε δυτικά υποδείγματα, κατασκευάστηκε με λευκά μάρμαρα Πατέλας και μαύρα (για τις τέσσερις κολόνες) Διαλισκαριού και τοποθετήθηκε από το Μάιο έως τον Ιούλιο του 1944. Ο πλούσιος διάκοσμός του (όπως άλλωστε και εκείνος του κάτω μέρους), με το σκαλιστό «περβάζι» γύρω από την εικόνα της Μεταμορφώσεως, τους εκατέρωθεν αγγέλους-σαλπιγκτές και την ανωδομή – σύνθεση νεοβυζαντινών και μπαρόκ διακοσμητικών στοιχείων (άμπελος, άκανθα, στέμμα, «μπερντές» με «φούντες») , δίνει το μέτρο μιας φιλόδοξης κατασκευής που φέρει επιπλέον συμβολικές παραστάσεις και σε άλλα σημεία του Βήματος: Το θέλανε να γίνει καλό πράμα και κάθισα κι έβαλα παραστάσεις διάφορες. Εδώ απομέσα (πίσω από την επίστεψη του θρονιού), είναι η Ζωοδόχος Πηγή, βλέπεις ότι τρέχει το νερό κι είναι δυο ελάφια και πίνουν. Αυτά έχουν γίνει, αλλά δε φαίνονται (κατενώπιον), μόνο απ' το πλάι έχει απέξω άλλες διακοσμήσεις.
Εδώ (εκατέρωθεν της επίστεψης του θρονιού) είναι ο σταυρός με το άγιο μανδήλιο αποπάνω (και επίσης τη λόγχη και το σπόγγο διασταυρωμένα στη βάση του), εδώ το σφυρί με την τανάλια και τα καρφιά (τα εργαλεία του Πάθους), εδώ ο σταυρός με μια άγκυρα, εδώ το ακάνθινο στεφάνι. Εδώ απάνω δύο άγγελοι μεγάλοι που σαλπίζουν Te Deum Laudamus, τα οποία έγιναν όλα απευθείας με το μυαλό, δεν είχα ούτε μοδέλο, ούτε τίποτα. Τεχνίτες που εργάστηκαν στην εκτέλεση του έργου ήταν οι Γιώργης Καραγιάννης, Γιάννης Παπαδάκης ή Παπαδακιός και Γιάννης Βασιλάκης ή Βαραβάς.

Μπορεί το αλτάριο του Καρκάδου να μην απέφερε οικονομικό όφελος στον Φιλιππότη, απετέλεσε όμως την αφετηρία μιας σειράς ανάλογων παραγγελιών τα επόμενα χρόνια. Η ποιότητα του έργου, η κινητοποίηση μιας ολόκληρης κοινότητας και η πανηγυρική τελετή των εγκαινίων, με συρροή κό-σμου και επισήμων, τον κάνουν γνωστό μεταξύ των καθολικών και διευ-ρύνουν τον κύκλο της πελατείας του. Όταν μάλιστα, λίγα χρόνια αργότερα, επρόκειτο να ανατεθεί το αλτάριο της Μουσουλούς (νυν Μυρσίνης) στον μπαρμπα-Μιχάλη Κουσκουρή, οι κάτοικοι του χωριού υποχρέωσαν τον εφη-μέριο να το αναθέσει στον Φιλιππότη. Το αλτάριο αυτό, έργο επίσης αξιόλογο, τοποθετήθηκε το Ι949. Όπως και εκείνο του Καρκάδου, μεταφέρθηκε από τους κατοίκους του χωριού κατά τεμάχια, ενώ την αποπεράτωσή του συνό-δευσαν πανηγυρικές τελετές και λιτανείες. Το συνολικό του κόστος ανήλθε στο ποσόν των 10.283.650 δρχ., εκ των οποίων τα εννέα εκατομμύρια ήταν η αμοιβή του τεχνίτη. Στη δύσκολη, λοιπόν, οικονομικά και πολιτικά, δεκαετία 1941-1951 οι εργασίες του εργαστηρίου προσανατολίζονται κατά κύριο λόγο στην αγορά των καθολικών κοινοτήτων – τη μόνη σχετικά εύρωστη – στον Καρκάδο, την Καλλονή, το Ξώμπουργο, τον Κουμάρο, τη Βολάξ, τη Μουσου-λού, τη Στενή, τον Κέχρο, τους καθολικούς της Χώρας Τήνου και της Άνω Σύρου, καλύπτοντας ποσοστό 66,7% των παραγγελιών της περιόδου, ήτοι 18 επί συνόλου 27. Ειδικότερα στα χρόνια της Κατοχής, λειτουργεί ως επιπλέον θετικό στοιχείο η ανοχή των Ιταλών έναντι των θρησκευτικά ομοδόξων τους, η οποία επέτρεπε στους καθολικούς, μεταξύ των άλλων, να ξεπερνούν τον αποκλεισμό που ίσχυε τότε ανάμεσα στις γεωγραφικές περιφέρειες του νησιού και φυσικά από τη θάλασσα: Όταν τελείωσα το αρτοφόριο για τη Σύρο, πήρα ένα καΐκι, του μπάρμπα Κωσταντή του Σκλαβούνου, το «Βαρβαράκι», και το φόρτωσα κι ήταν μέσα καπετάνιος ένας δικός μας (Πυργιανός) ο Νικολής ο Καλφάκης, Γκιόγκης τον λέγαν. Αλλά δεν είχαμε άδεια, φύγαμε έτσι ήτανε Κατοχή. Μόλις φτάσαμε και πέσαμε, η πλώρη του καϊκιού απάνω στο μόλο, κομανταρία, Ιταλοί, δε μας άφηναν να τα βγάλουμε όξω. Πήγα τότε στο Δεσπότη τον καθολικό (της Σύρου) κι εκείνος εξασφάλισε την άδεια. Μέχρι που ήρθε και αυτοκίνητο της κομανταρίας για τη μεταφορά! ... Έμεινα δυο-τρεις μέρες με το Δεσπότη, να το τοποθετήσω, και μετά μου γέμωσε μια κάσα σταφίδες και διάφορα άλλα τρόφιμα είδος.
Από τις παραγγελίες αυτής της δεκαετίας, εκτός από τα αλτάρια του Καρκάδου και της Μουσουλούς, ξεχωρίζουν οι εργασίες στο προσκύνημα της Ιεράς Καρδίας στο Ξώμπουργο και ιδιαίτερα η ανέγερση του «Πανελληνίου Ηρώου Καθολικών». Το ηρώο αυτό, στο οποίο αναγράφονται τα ονόματα 327 Ελλήνων καθολικών, πεσόντων κατά τους πολέμους του έθνους από το 1912 ως το 1950, εκτός από τα συνήθη μέρη (βάθρο με ανάγλυφη πρόσοψη, αχιβάδα και γλάστρες, κολονάκια, βάση με ενεπίγραφες πλάκες), φέρει άγαλμα του Χρίστου σε φυσικό μέγεθος (1,65 μ.). Πρόκειται για έργο οπωσδήποτε πέρα από τα μέτρα ενός εμπειρικού μαρμαρογλύπτη, που προκάλεσε εύλογες επιφυλάξεις. Ωστόσο ο μπαρμπα Γιάννης, με τις εμπειρίες του εργαστηρίου του γλύπτη Δημητριάδη του Αθηναίου και της μεταφοράς σε μάρμαρο ολόγλυφων αγαλματίων («στάτουες»), όπως μιας Παναγίας 80 εκατοστών στην πρόσοψη της εκκλησίας του Κέχρου, θα αναλάβει το εγχείρημα και με σκληρή δουλειά θα το φέρει εις πέρας: Έπιασα τις μαντρακαδιές εκεί, και πού σε πονεί και πού δε σε πονεί! Σέ σαράντα τρεις μέρες ήταν έτοιμο. Αλλά εδούλευα σα λύκος. Άλλαζα δυο φορές την ήμερα φανέλα. Ήρθε λοιπόν ο ηγούμενος (της Μονής Ιησουϊτών) να το δει, τούχ ' ακόμα με το ντισλιδάκι, δεν τούχα καθαρίσει, το κοίταξε καλά-καλά, λέει «Γιάννη, τι να σου πω! Μό 'χουνε πει ορισμένοι ότι "μα γιατί ανέθεσες στο Φιλιππότη; Αυτός είν’ ένας πρακτικός, δεν πήε σε σχολειά αυτοδίδακτος". Μα βλέπω — λέει — ότι δεν μπορεί να γίνει καλύτερο πράγμα απ' αυτό».
Ως πρόπλασμα χρησιμοποιεί ένα γύψινο γαλλικό άγαλμα, επιζωγραφισμένο, και ως υλικό ντόπιο μάρμαρο Πατέλας, όχι πρόσφορο για γλυπτά έργα λόγω των ρηγμάτων («κομμών») που το διατρέχουν, πλην όμως το μόνο προσιτό για τις συνθήκες της εποχής. Η αφήγηση των προβλημάτων και της αντιμετώπισής τους μας δίνει μιαν όψη των επινοήσεων του τεχνίτη αλλά και ορισμένων τεχνικών επισκευής: Μοδέλο 'γώ δέν ήξερα να κάμω και μου δώσανε από την Αρχιεπισκοπή των καθολικών στην Ξινάρα ... Το φόρτωσα σ' ένα μουλάρι, είχαμε μια κασόνα καμωμένη και το βάλαμε μέσα, το φέραμε στον Πύργο και το στήσαμε όρθιο μέσα σ ' ένα μαγαζί μεγάλο, του Συνεταιρισμού, διότι το δικό μου ήταν μικρό ... Πήγα [μετά] στο νταμάρι και βρήκα το μάρμαρο, ντηνιακό μάρμαρο, ημίλευκο, που είναι δύσκολο να το δουλέψεις σ' αυτά τα πράγματα. Διότι τα ντηνιακά μάρμαρα σέρνουν καμιά φορά κομμούς μέσα πού δε φαίνονται. Όταν αρχίνηξα εκεί είδα σ’ ένα μέρος είχεν ένα σημάδι, λέω, «ας το γυρίσω» [το μάρμαρο], το γύρισα, το έκαμα απ' την άλλη πλευρά, είχε το ένα χέρι απλωμένο έτσι – το άλλο δείχνει την Ιερά καρδία εδώ πάνω, μ ' ένα στεφανάκι γύρω-γύρω – λοιπόν έτυχε ο κομμός αυτός να πάει μέσα στη φούχτα, εδώ (στις γραμμές της παλάμης). Εγώ λοιπόν αφού το δούλεψα., το απόξω πρώτα, το τελείωσα, για να είμαι σίγουρος όταν αδειάσω από μέσα τη φούχτα να μη σπάσει, έπιασα και το μπουντιλιάρησα, του 'βαλα στηρίγματα με γύψο για να κρατηθεί το χέρι εκεί. Αφού λοιπόν το τελείωσα κι από μέσα, έπιασα να βγάλω το γύψο, τον έβρεξα, κι έπιασα, λοιπόν, άντε-άντε, σιγά-σιγά-σιγά. Ίσα-ίσα λοιπόν που το ’πιασα, χλάπ και φεύγει το χέρι το μισό κάτου! Τι να κάμω τώρα; Σκέφτηκα να πιάσω να κάμω χέρι ξεχωριστό (από τον καρπό), να το βάλω μέσα στο ράσο δω, να το φυτέψω. Και πως θα τα κάμω; Δεν υπήρχαν ετότες και οι κόλλες αυτές που σε βγάνουν τώρα ασπροπρόσωπο ... Τελοσπάντων, έπιασα και του βάνω δυο σβανάδες, βάνω και κόλλα και το φέρνω, το φέρνω, το φέρνω δε στεκούνταν όμως εκεί. Έπιασα με σπάγκους, το ’δενα μαζί απάνω στο μπράτσο, τελοσπάντων καμιά φορά το σταμάτησα εκεί και κόλλησε. Έλα όμως που φαίνουνταν μέσα κι όξω η γραμμή αύτη! Τι να κάμω, έκαμα και το ζωγράφο. Έπιασα με μπογιές, το πλησίασα με το χρώμα του μαρμάρου και το διασκέδασα εκειδά λιγάκι, οπότε δε φάνηκε καθόλου.

Αλλά και η μεταφορά δεν υστερεί σε δυσκολία, ούτε φυσικά σε επινοήσεις: Το τελείωσα λοιπόν και το ’βαλα σε μια κάσα – μαζί μ' αυτό βέβαια ήταν και τα’ άλλα μάρμαρα (του ηρώου) θα ’ταν κανένα κυβικό μάρμαρα. και τα πήγαμε στην Τήνο (Χώρα) απ' τη θάλασσα με καΐκι, διότι δεν υπήρχε δρό-μος. Εκεί τα φορτώσαμε σ’ ένα φορτηγό, πρωτοκίνητα ετότες, αλλά πήγαινε μέχρι ενός σημείου, στον Πεντόστρατο. Κι έφερε αυτός ο ηγούμενος εβδομή-ντα άτομα, έκαμα ’γώ μια γαϊδούρα με ξύλα, σκάρα, το βάλαν απάνω και πέσα-νε δίπλα απ' τη μια πλευρά κι. απ' την άλλη και το πήαμε απάνω στο Ξώ-μπουργο σα σαρανταποδαρούσες νόμιζες πως ήταν! Η ξυλογαϊδούρα, στην περίπτωση αύτη, δε διολισθαίνει, αλλά μεταφέρεται στους ώμους, επειδή η διαδρομή είναι ανηφορική,
Όσο διαρκούν οι εργασίες αυτής της δεκαετίας σε καθολικούς ναούς, η ορθόδοξη πελατεία του εργαστηρίου, αισθητά χαμηλότερη (33,3%), περιορίζεται στον Πύργο, την Καρδιανή και τη Μονή Κεχροβουνίου. Μόλις το 1952 θα έρθει η πρώτη εκτός Τήνου παραγγελία, από την εποχή της συνεργασίας με τον Περράκη: ένα ηρώο και μία βρύση για τους Φούρνους Ικαρίας. Το φαινόμενο είναι ενδεικτικό της ένδειας των ορθόδοξων τοπικών κοινοτήτων, αλλά και γενικότερα μιας εποχής περιπετειών και χαμηλής οικονομικής στάθμης, όχι ευνοϊκής για ένα μνημειακό υλικό που ανέκαθεν ευδοκίμησε μόνο όταν υπήρχαν εύρωστοι χορηγοί. Από το 1950 όμως η κατάσταση αρχίζει και μεταβάλλεται. Η οικονομική ανασυγκρότηση και η σταθερότητα της πολιτικής ζωής ανοίγουν την αγορά. Κατά συγκυρία την εποχή αυτή ο Φιλιππότης μεταφέρει το εργαστήριό του από τον Πύργο στη Χώρα, όπου τα παιδιά του πηγαίνουν τώρα στο Γυμνάσιο, στο κατώι της καθολικής εκκλησίας του Σαντ-Αντόνιο (1950-1954). Εκεί αρχίζει να δημιουργεί έναν νέο κύκλο πελατείας έξω από το νησί, στα Δωδεκάνησα: στην Κάσο, στην Αστυπάλαια και κυρίως στην Κάλυμνο οπού θα φιλοτεχνήσει πολλά έργα επί τρεις δεκαετίες.


Αλέκος ΦΛΩΡΑΚΗΣ
«Μαρμάρου τέχνη και τεχνική - ο Ιω. Φιλιπότης και το Εργαστήριό του»
Στις Εκδόσεις «Τήνος» - Αθήνα 1995

back

next